Τρίτη 21 Απριλίου 2020

Παραμύθια με την φαντασία των παιδιών


Ο παράξενος βασιλιάς
  
Μια φορά κι έναν καιρό, στο πιο ψηλό σημείο μιας μακρινής πολιτείας, ήταν χτισμένο ένα τεράστιο κάστρο με πολλούς ορόφους, αμέτρητα παράθυρα και εισόδους. Μέσα σ’ αυτό ζούσε ένας πάμπλουτος βασιλιάς. Κανείς από τους κατοίκους αυτής της χώρας δεν τολμούσε ούτε να πλησιάσει αυτό το κάστρο ούτε να γνωρίσει από κοντά τον βασιλιά τoυ. Μάλιστα, οι περισσότεροι πίστευαν πως εκεί ζούσαν ξωτικά και νεράιδες από το γύρω δάσος, που υπηρετούσαν τον βασιλιά αυτόν. Όμως η αλήθεια ήταν διαφορετική. Ο βασιλιάς αυτός ζούσε ολομόναχος, έχοντας ως μοναδική του συντροφιά μια πανέξυπνη κουκουβάγια, που το όνομά της ήταν «Αστραπή» και τον υπηρετούσε μέρα νύχτα.

  Ήταν μια όμορφη, στρουμπουλή κουκουβάγια με μεγάλα εκφραστικά μάτια, που τρελαινόταν να τρώει βάφλες με μπόλικη μερέντα, όπως και ο αφέντης της. Εκείνο όμως που την έκανε ξεχωριστή, ήταν η λαλιά της. Στ’ αλήθεια, η Αστραπή μιλούσε σαν ένας μεγάλος άνθρωπος! Με τον αφέντη της συζητούσαν ώρες πολλές και συμβούλευε ο ένας τον άλλον.
   Μια μέρα μια παρέα τριών τολμηρών αγοριών αποφάσισαν να ανηφορίσουν προς το κάστρο. Ήθελαν οπωσδήποτε να μπουν μέσα να το εξερευνήσουν. Μόλις έφτασαν, πλησίασαν την κεντρική είσοδο. Αμέσως μπροστά τους παρουσιάστηκε η Αστραπή, τους καλωσόρισε και τους είπε να περάσουν στο εσωτερικό του κάστρου. Τα παιδιά τα είχαν χαμένα. Πώς είναι δυνατόν μια κουκουβάγια να μιλάει με ανθρώπινη φωνή; Αυτή κατάλαβε την απορία τους και θέλησε να τους βοηθήσει.

  Έτσι, τους οδήγησε στο υπόγειο, σε ένα μεγάλο δωμάτιο, που ήταν γεμάτο με παλιά βιβλία και απέξω έγραφε με φωτεινά γράμματα «ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΜΑΓΙΚΩΝ». Τους αποκάλυψε πως μέσα σ’ αυτόν τον χώρο, τις νύχτες, ο βασιλιάς με τη βοήθειά της κατασκευάζει μαγικά φίλτρα, τα οποία δίνουν τη δυνατότητα στα πουλιά να μιλούν σαν άνθρωποι. Με ένα τέτοιο φίλτρο κι αυτή απέκτησε ανθρώπινη λαλιά.
   Πραγματικά, τα παιδιά εντυπωσιάστηκαν κι ένιωσαν μεγάλη περηφάνια, για τον βασιλιά τους. Κατάλαβαν πως αυτός δεν ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος αλλά ένας σπουδαίος μάγος, που κέρδιζε εκατομμύρια ευρώ, πουλώντας τα μαγικά του φίλτρα σε όλον τον κόσμο.
ΘΑΝΟΣ

ΜΑΓΙΚΟ ΦΙΛΤΡΟ
Μια φορά κι έναν καιρό εκεί που το μυαλό σου δεν πάει υπήρχε ένα  κάστρο μαγισσών, στο οποίο διδάσκονταν μικροί μάγοι.
Κάθε παιδί είχε για κατοικίδιο μία κουκουβάγια, γιατί οι δάσκαλοι  θεωρούσαν  ότι μπορούσαν να τους βοηθήσουν, επειδή ήταν έξυπνες.
Μια μέρα τρεις φίλοι ήθελαν να πάρουν το παλιό βιβλίο. Το βιβλίο αυτό απαγορευόταν να το έχει κάποιος, επειδή είχε το πιο δυνατό φίλτρο που υπήρχε ποτέ. Βρισκόταν σε μία μαγική αίθουσα του παλατιού που μπορούσε να το πάρει μόνο η διευθύντρια. Οι τρεις φίλοι δεν κατάφεραν να το πάρουν άλλα δεν τα παράτησαν. Μετά τόσες μάταιες προσπάθειες απογοητεύθηκαν και έφυγαν. Την επόμενη μέρα ενώ ήταν όλα καλά ξαφνικά τον ουρανό τον σκέπασε ένα μαύρο σκοτάδι. Όλοι φοβήθηκαν εκτός από ένα παιδί από τους τρεις φίλους. Η  διευθύντρια είπε πως θα τους έσωζε το μαγικό φίλτρο. Το παιδί ζήτησε να κάνει το ξόρκι άλλα η διευθύντρια είπε όχι, επειδή ήταν επικίνδυνο. Τελικά η διευθύντρια εξαφανίστηκε άλλα έφυγε το σκοτάδι.
Από τότε κανείς δεν σκέφτηκε ακουμπήσει το παλιό βιβλίο.  
ΒΑΓΓΕΛΗΣ

ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ
Κάποτε ένα αγοράκι, ο Χέντρι, μαζί με τους φίλους του επισπεύτηκαν το κάστρο του Πλαταμώνα. Μέσα στο κάστρο , σε μια αποθηκούλα, βρήκαν ένα παλιό βιβλίο. Μόλις άνοιξαν το βιβλίο, το βιβλίο τους ρούφηξε μέσα του. Τότε  όλοι βρέθηκαν σε μια άλλη πόλη. Στην πόλη Στορυμπουκ.
Σ’ αυτή την πόλη ζούσαν όλοι οι ήρωες των παραμυθιών: Η Χιονάτη, η Σταχτοπούτα, η Πεντάμορφη και πολλοί άλλοι. Σε αυτή την πόλη όμως δεν ζούσαν μόνο οι καλοί ήρωες αλλά και οι κακοί.
Έτσι μια μέρα μια κακιά βασίλισσα έδωσε μια κατάρα σε όλους τους ήρωες. Η κατάρα έλεγε πώς οι ήρωες δεν θα μπορούν να έχουν ευτυχισμένο τέλος και θα χάσουν ότι επιθυμούν.
Ο Χέντρι και οι φίλοι του αποφάσισαν να σπάσουν αυτή την κατάρα. Άρχισαν να ψάχνουν κάποιον που θα ήξερε πώς να σπάσει την κατάρα. Στο δρόμο τους συνάντησαν μια κουκουβάγια και τη ρώτησαν τι πρέπει να κάνουν. Η κουκουβάγια  τους είπε πως πρέπει να πάρουν το μαγικό φίλτρο που είχε και όταν φύγουν από το κάστρο να το ρίξουν πάνω στο βιβλίο. Μόνο έτσι θα έφυγε η κατάρα.
Τα παιδιά πήραν το φίλτρο από την κουκουβάγια και γύρισαν πίσω στο κάστρο. Όταν έριξαν το φίλτρο στο βιβλίο,  τα μάγια λύθηκαν. Έτσι όλοι οι ήρωες είχαν ένα ευτυχισμένο τέλος, όπως και η ιστορία του Χέντρι με τους φίλους του.
ΔΙΟΝΥΣΊΑ

Το σχολείο των μάγων
Μια ηλιόλουστη μέρα στη χώρα της Μαγείας οι τρεις νέοι μάγοι, ο Βίκτωρ, η Ελίζα και ο Μπεν, ξεκίνησαν για να πάνε στο σχολείο τους, το Σχολείο των Μάγων.
Τα παιδιά ήταν πολύ καλοί φίλοι από μικροί. Τους άρεσε πάρα πολύ το σχολείο τους, γιατί μάθαιναν  για πολλά μαγικά πράγματα. Το σχολείο τους ήταν ένα κάστρο της παλαιάς εποχής. 
Την πρώτη μέρα είχαν μάθημα με την κυρία Βικτώρια, που τους μάθαινε να πετάνε με σκουπόξυλα.
- Άντε παιδιά γρήγορα, φέρτε τα σκουπόξυλα σας για να ξεκινήσουμε το μάθημα! Είπε η κυρία Βικτώρια.
- Μάλιστα κυρία, είπαν τα παιδιά.
Το μάθημα της κ. Βικτώριας ήταν το αγαπημένο της Ελίζας, γιατί είχε μια κουκουβάγια και της άρεσε να πετάει μαζί της.
Την επόμενη ώρα είχαν μάθημα με τον κ. Μιχαήλ, μάθαιναν να φτιάχνουν διάφορα μαγικά φίλτρα. Αυτό το μάθημα ήταν το αγαπημένο του Μπέν, γιατί του άρεσε να ανακατεύει διαφορετικά φίλτρα κάθε φορά, να φτιάχνει περίπλοκες συνταγές. Με τα φίλτρα του  οι άνθρωποι  άλλοτε  γίνονται μικροί ή άλλοτε μεγάλοι άλλοτε έχουν μακριά χέρια, κόκκινη μύτη και διάφορα άλλα περίεργα πράγματα.
Κάνανε και μερικά άλλα μαθήματα μα, εγώ θα σας μιλήσω για το αγαπημένο μάθημα του Βίκτωρ. Αυτό είναι το μάθημα της κυρία Λίντα. Εκεί κάνουν μαγικά ξόρκια. Βασικά εκεί μαθαίνουν να χρησιμοποιούν τα μαγικά ραβδιά, για να κάνουν ξόρκια. Γι’ αυτό αρέσει σε όλα τα παιδιά αυτό το μάθημα και ιδιαίτερα στον Βίκτωρ. Του είναι ευχάριστο να εξερευνάει παλιά βιβλία και να βρίσκει εκεί καταπληκτικά ξόρκια. Η μεγάλη του επιθυμία είναι να βρει κάποτε ένα ξόρκι που θα μπορεί  να μιλάει με τα ζώα, τα φυτά, δέντρα και λουλούδια.
Μετά το σχολείο τα παιδιά κάθονται και τρώνε στην παλαιά βιβλιοθήκη, στο κέντρο του κάστρου. Μπορούν να μπουν μέσα και να κάνουν τις εργασίες τους εκεί. Μετά φεύγουν και είμαι σίγουρη πώς ανυπομονούν για την επόμενη μέρα!
Βάγια

Ο βασιλιάς και η βασίλισσα
Μια φορά πριν από αρκετά χρόνια υπήρχε ένα μαγικό κάστρο στο οποίο ζούσε η βασίλισσα Βασιλική και ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος.
Μια μέρα αποφάσισαν να πάνε μια βόλτα στο δάσος. Καθώς προχωρούσαν συνάντησαν μια κουκουβάγια πάνω σε ένα δέντρο και τρόμαξαν.
Συνέχισαν να προχωρούν για αρκετή ώρα και μπροστά τους βρήκαν έναν άνθρωπο που ήταν μάλλον χτυπημένος.
Τότε η βασίλισσα Βασιλική και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος τον ρώτησαν τι έχει. Αυτός τους απάντησε ότι είχε χτυπήσει πολύ άσχημα στον ώμο του. Αποφάσισαν να τον βοηθήσουν, γιατί ήταν σε πολύ άσχημα κατάσταση. Σκέφτηκαν τι φάρμακο να του δώσουν αλλά δεν ήξεραν.
Τότε θυμήθηκαν ότι είχαν ένα παλιό βιβλίο συνταγών για φάρμακα στην αποθήκη του κάστρου.
Τον βοήθησαν να σηκωθεί και  ξεκίνησαν μαζί με τον τραυματισμένο Δημήτρη για το κάστρο. Στο δρόμο που προχωρούσαν συζητούσαν και αποφάσισαν να γίνουν φίλοι.
Μετά από αρκετή ώρα έφτασαν στην αποθήκη και μετά από αρκετό ψάξιμο  βρήκαν το παλιό βιβλίο. Μέσα στο βιβλίο βρήκαν τη συνταγή για ένα μαγικό φίλτρο. Αμέσως το παρασκεύασαν και το έδωσαν να το πιει.
Μέσα σε λίγες μέρες ο Δημήτρης ο Δημήτρης έγινε καλά και ήταν πολύ χαρούμενος που βρήκε δυο καινούριους καλούς φίλους.
Αντώνης.

Ο θησαυρός του κάστρου
Μια φορά και έναν καιρό  ήταν τρεις φίλοι ο Μήτσος ο Αλέξανδρος και ο Γιώργος.
Μια μέρα πήγαν στο δάσος να παίξουν κρυφτό. Ο Αλέξανδρος πήγε να κρυφτεί, αλλά σκόνταψε σε κάτι. Μόλις είδε  σε τι σκόνταψε, έπαθε σοκ. Ήταν ένα παλιό βιβλίο ανοιγμένο σε μια σελίδα με έναν χάρτη,  που οδηγούσε σε ένα κάστρο και σε ένα θησαυρό. Τα παιδιά αποφάσισαν την άλλη μέρα να πάνε να βρουν το θησαυρό.
Το άλλο πρωί είπαν στους γονείς τους ότι θα πάνε για κάμπινγκ στο δάσος, αλλά στην πραγματικότητα θα πήγαιναν στο κάστρο.
Τα παιδιά ξεκίνησαν για το κάστρο. Όταν βράδιασε, αποφάσισαν να σταματήσουν σε ένα παγκάκι να φάνε λίγο από τις προμήθειες τους και να κοιμηθούν. Γρήγορα κοιμήθηκαν. Όμως ξύπνησαν από τον ήχο μιας κουκουβάγιας, που ήταν δίπλα τους. Αφού ξύπνησαν τα παιδιά, σκέφτηκαν  ότι δεν είχαν χρόνο για χάσιμο και έτσι συνέχισαν το δρόμο τους.
Μετά από δυο μέρες έφτασαν στο κάστρο. Τα παιδιά ενθουσιάστηκαν που έφτασαν επιτέλους στο κάστρο και άρχισαν να ψάχνουν για το θησαυρό. Όταν τον βρήκαν και άνοιξαν το μπαούλο είδαν πολλά χρυσά  νομίσματα  και ένα μαγικό φίλτρο.  Έτριψαν το μπουκάλι του και βγήκε ένα τζίνι. Τα παιδιά  ευχήθηκαν να τηλεμεταφερθούν στο σπίτι του Γιώργου με το θησαυρό. Τα παιδιά μοιράστηκαν το θησαυρό και συμφώνησαν όταν μεγαλώσουν να πάνε να ζήσουν στο κάστρο.
Θεόφιλος

Σε ένα παλιό κάστρο ζούσε μια βασίλισσα που είχε για κατοικίδιο μια γέρικη κουκουβάγια. Την είχε πολλά χρόνια και την αγαπούσε πολύ.  Μια νύχτα η κουκουβάγια είδε στο όνειρό της ότι έπρεπε την ίδια νύχτα να πάει σε ένα παλιό βιβλίο να βρει μια ιστορία για τρεις πολύ καλούς φίλους, που δεν χωρίζονταν ποτέ. Έτσι πήγε στον πιο ψηλό πύργο του κάστρου που είχαν ένα παλιό βιβλίο.
Πήγε στον πύργο και έψαξε αρκετή ώρα. Τέλος βρήκε το βιβλίο και άρχισε να ψάχνει να βρει την ιστορία. Είδε πώς πραγματικά πώς υπήρχε μια ιστορία για τρεις φίλους. Στην αρχή ο ένας μισούσε του άλλους δυο. Όμως ήπιε ένα μαγικό φίλτρο και έτσι έγιναν φίλοι μεταξύ τους.
Τελικά όλο αυτό ήταν ένα όνειρο.
Ελισάβετ

ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΔΑΣΟΣ
Μια μέρα είχα συμφωνήσει με τις φίλες μου, τη Μαρία και την Αναστασία, να έρθουν στο σπίτι μου να κοιμηθούν.
Δίπλα από το σπίτι μου υπήρχε  ένα δάσος πολύ περίεργο. Τα φύλλα των δέντρων ήταν χρωματιστά και μερικές φορές άλλαζαν χρώματα.  Δεν είχε πλησιάσει κανένας εκεί πέρα. Για αυτό και εμείς θέλαμε να εξερευνήσουμε το δάσος και να δούμε τι περίεργο συμβαίνει.
Εκείνο το βράδυ φύγαμε αθόρυβα από το σπίτι. Μπήκαμε διστακτικά και προχωρήσαμε  προς το βάθος του δάσους. Υπήρχαν πολλά ζώα, που σπάνια συναντούσες. Κάποιες νυχτερίδες μας ακολουθούσαν σε όλη τη διαδρομή. Μετά από μια ώρα περπάτημα συναντήσαμε μια ταμπέλα που έγραφε: «Ονειρούπολη». Ενθουσιασμένες στρίψαμε στα αριστερά. Υπήρχε ένα πυκνοκατοικημένο χωριό πάνω σε ένα βουνό και στην κορυφή του ένα μεγάλο κάστρο. Αποφασίσαμε  να ανεβούμε στο βουνό, επειδή δεν ήταν πολύ μακριά. Σε μια ώρα ήμασταν στην κορυφή του βουνού. Γεμάτες περιέργεια ανοίξαμε την πόρτα και μπήκαμε μέσα. Μέσα στο κάστρο υπήρχαν παντού βιβλιοθήκες με πάρα πολλά  βιβλία. Στο τέλος του κτιρίου υπήρχε ένας θρόνος, πού πάνω του καθόταν μια κουκουβάγια. Όταν πλησιάσαμε  μας ρώτησε:
-  Ποιοι είστε;
-  Καλησπέρα, είμαστε τρεις φίλες και ήρθαμε από την πόλη δίπλα από το χρωματιστό δάσος.
Αναρωτήθηκα πώς γίνεται μια κουκουβάγια να μιλάει. Δεν άντεξα και ρώτησα.
-  Να σου κάνω μια ερώτηση; Πώς γίνεται να είσαι κουκουβάγια και να μιλάς;
-  Παλιά ήμουν άνθρωπος. Όταν ήρθα εδώ πρώτη φορά δεν ήερα το μέρος και ήπια νερό από τη βρύση του χωριού. Μέσα σε μια βδομάδα είχα γίνει κουκουβάγια. Μπορείτε να με βοηθήσετε να γίνω όπως ήμουν;
Εκείνη τη στιγμή κοιτούσα μια μεγάλη πόρτα στα δεξιά.
-  Ναι, φυσικά και θα σε βοηθήσουμε.
-  Ωραία, ακολουθήστε με.
Μπήκαμε στη μεγάλη πόρτα που οδηγούσε σε μια βιβλιοθήκη.
- Έχω να την ανοίξω πέντε χρόνια. Όλα είναι μέσα στη σκόνη. Προσέξτε! Πέφτουν βιβλία.
-  Αχ! Το κεφάλι μου!
- Τι είναι αυτό κουκουβάγια;
- Αυτό είναι ένα παλιό βιβλίο.
- Δωσ’  το μου σε παρακαλώ.
-  Να εδώ το  γράφει, πώς θα ξαναγίνεις άνθρωπος. Ναι ωραία το μόνο  που μας μένει είναι να βρούμε αυτό το φίλτρο.
-  Τέλεια. Ξέρω ποιος το έχει!
Έφυγε βιαστικά έξω από το κάστρο. Σε πέντε λεπτά είχε γυρίσει  αλλά τώρα ήταν άνθρωπος.
- Τώρα που τελειώσαμε, πρέπει να γυρίσουμε σπίτι,, αρχίζει να ξημερώνει. Γεια.
-  Χάρηκα που σας γνώρισα και που με βοηθήσατε. Και εγώ θα γυρίσω στο σπίτι μου τώρα.
Μου άρεσε πολύ αυτή η εμπειρία και θα ήθελα να ξαναπήγαινα στο δάσος.
Σίσσυ

Η ΦΙΛΊΑ ΤΑ ΝΙΚΑΕΙ ΟΛΑ
Μια φορά κι έναν καιρό μέσα στην πόλη   Κορόνα  σε ένα πανέμορφο, τεράστιο και ευρύχωρο κάστρο, ζούσε μια υπέροχη πριγκίπισσα. Αυτή την πριγκίπισσα την λέγανε Αμέλια και ήταν 14 χρονών. Είχε έναν αδερφό στην ηλικία της μια νεογέννητη αδερφούλα και για κατοικίδιο μια κουκουβάγια.
Μια μέρα όμως ένας τεράστιος δράκος πέρασε την αόρατη πύλη της Κορόνας με κάποιο μαγικό τρόπο. Οι κάτοικοι της πόλης φοβήθηκαν πολύ. Η πριγκίπισσα άνοιξε το παράθυρο του δωματίου της και παρατήρησε ότι μαζί με το δράκο ήταν κι ένας μάγος. Μάλλον αυτός βοήθησε το δράκο να μπει στην Κορόνα μ΄ ένα μαγικό ξόρκι.
Οι γονείς της Αμέλια πανικοβλήθηκαν, τόσο πολύ που είπαν στα παιδιά τους να μην φύγουν απ΄ τα δωμάτιά τους μέχρι ο δράκος να φύγει. Τους είπαν επίσης να έχουν κλειστά τα παράθυρα, τις κουρτίνες και τις πόρτες.
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ: Σφραγίστε το κάστρο!
ΥΠΗΡΕΤΕΣ: Μάλιστα, Μεγαλειοτάτη. Υπάρχει όμως άλλο ένα κακό στην ιστορία. Η πριγκίπισσα δεν αντέχει να κάνει υπομονή.
 Την άλλη μέρα ο δράκος συνέχιζε να τριγυρίζει γύρω από την πόλη. Η πριγκίπισσα δεν άντεξε άλλο. Βγήκε απ’  το δωμάτιο και πήγε σε μια σκοτεινή  κάμαρα. Αυτή δεν ήταν μια τυχαία κάμαρα, ήταν το εργαστήρι του μάγου του κάστρου. Μπαίνει μέσα και βλέπει τους φίλους της να την περιμένουν. Τους αγκάλιασε και ρώτησαν όλοι μαζί τον μάγο αν έχει κανένα φίλτρο για να νικήσουν το δράκο. Ευτυχώς ο μάγος είχε ένα παλιό βιβλίο με συνταγές για φίλτρα του πατέρα του.
«Βρήκα το σωστό φίλτρο», αναφώνησε ο μάγος και το έδωσε στα παιδιά. Το πήραν και γύρισαν στο δωμάτιο της πριγκίπισσας.
Τα παιδιά είχαν ένα απίστευτο σχέδιο. Ένα κορίτσι είχε πάει στο παράθυρο για να αποσπάσει την προσοχή του δράκου. Αυτός την είδε και πλησίασε. Μόλις  έφτασε κοντά η πριγκίπισσα του έριξε το φίλτρο. Ξαφνικά ο δράκος από τεράστιος που ήταν έγινε μικροσκοπικός.
Τελικά τα παιδιά τα κατάφεραν με τη βοήθεια του μάγου και της φιλίας τους, γιατί η φιλία καταφέρνει τα πάντα.
ΜΑΡΙΑ





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου